Επαγγελματικός Ενημερωτικός Επιμορφωτικός δικτυακός τόπος

Κυτταρίτιδα και κλινικά ευρήματα

Πόσο αξιόπιστες είναι οι αξιολογήσεις των κλινικών ευρημάτων ;
Σημαντική ετερογένεια στο τρόπο αξιολόγησης κλινικών ευρημάτων και ανεπαρκή εστίαση στις εντυπώσεις των ασθενών αλλά και των αποτελεσμάτων από την σκοπιά των επαγγελματιών υγείας.
Αυτά προκύπτουν από μια ανασκόπηση μελετών που πραγματοποιήθηκε στο πανεπιστήμιο του Nottingham. (Μεγάλη Βρετανία )

Παρά το γεγονός ότι οι επιλογές για την θεραπεία της κυτταρίτιδας είναι πολλές και αποτελεσματικές , τα ποσοστά επανεμφάνισης είναι υψηλά ,ενώ πολύ λίγα είναι γνωστά ως προς τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειές της.

Ένας τομέας ιδιαίτερης ανησυχίας , είναι ο τρόπος που μετρώνται τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών που πραγματοποιούνται για την αξιολόγηση μεθόδων θεραπειών και πρόληψης της κυτταριτίδας .
Σύμφωνα με τους Βρετανούς ερευνητές ,τα αποτελέσματα αυτών των δοκιμών ενδέχεται να μην μετρούν τις πραγματικές βελτιώσεις μετά από την θεραπεία εξ αιτίας περιορισμένης εστίασης σε παράγοντες όπως ο πυρετός, οι βιοχημικοί δείκτες και η ορατή έκταση της περιοχής μόλυνσης.
Από την άλλη ,οι επαγγελματίες της υγείας , συχνά βασίζονται σε απευθείας επιθεώρηση του δέρματος για την εκτίμηση της σοβαρότητας της κατάστασης, προκειμένου να επιλέξουν την κατάλληλη θεραπεία , γεγονός που ενέχει τον κίνδυνο του υποκειμενισμού .
Οι Βρετανοί μελετητές επισημαίνουν, πως για το το σχεδιασμό αξιόπιστων
κλινικών μελετών θα πρέπει να υπάρχει ένα ενιαίο σύνολο προτύπων αξιολόγησης των αποτελεσμάτων.
“Δείξαμε ότι στην έρευνα για την αντιμετώπιση και την πρόληψη της κυτταρίτιδας υπάρχει σημαντική ετερογένεια στα κλινικά συμπεράσματα , ανεπαρκής εστίαση στα αποτελέσματα που αναφέρθηκαν από τους ίδιους τους ασθενείς και διαφορά ως προς το τι μετρήθηκε στις μελέτες , σε σύγκριση με το τι οι ασθενείς και οι επαγγελματίες υγείας θεωρούσαν ως σημαντικό .
Συνιστούμε , οι μελλοντικές κλινικές μελέτες να εξετάσουν τη χρήση μακροπρόθεσμων αποτελεσμάτων για την καταγραφή της υποτροπής , της μακροχρόνιας νοσηρότητας, καθώς και της βραχυπρόθεσμης θεραπείας”
Πηγές :
Pubmed