H αρρώστια της λέπρας στην εποχή μας

Αν και σπάνια , κρούσματα αυτής της φοβερής νόσου εξακολουθούν να εμφανίζονται

Παρόλο που η λέπρα μπορεί να αντιμετωπιστεί στις μέρες μας , ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ανέφερε 216.108 περιπτώσεις το 2016.
Οι πάσχοντες από αυτή την χρόνια και μολυσματική δερματική νόσο εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το κοινωνικό στίγμα και την έλλειψη ιατρικής περίθαλψης όπως ακριβώς συνέβαινε και στο παρελθόν.

Ερευνητές στην πανεπιστημιούπολη Mayo Clinic του Rochester. δημοσίευσαν μια μελέτη τους που προήλθε από την ηλεκτρονική βάση δεδομένων της κλινικής.
Εντόπισαν εννέα ασθενείς με λέπρα που αξιολογήθηκαν και υποβλήθηκαν σε θεραπεία στην κλινική Mayo από το 1994 έως το 2017.
Επτά ασθενείς ήταν άνδρες και δύο γυναίκες.
Οι ηλικίες τους κυμαίνονταν από 15 έως 63.
Έξι ασθενείς είχαν μεταναστεύσει από ξένες χώρες – και τρεις ασθενείς γεννήθηκαν στις ΗΠΑ.
Όλοι οι ασθενείς είχαν δερματικές αλλοιώσεις λέπρας που περιλάμβαναν τον κορμό τους, τα κάτω άκρα ή / και το κεφάλι και το λαιμό. Πολλοί από τους ασθενείς είχαν επίσης νευρολογικά συμπτώματα, συμπεριλαμβανομένης της μειωμένης αίσθησης της αφής.

Η λέπρα προκαλείται κυρίως από το βακτήριο Mycobacterium leprae .
Περιστασιακά, προκαλείται από ένα νεότερο είδος που ονομάζεται Μ. Lepromatosis .
Η νόσος επηρεάζει κυρίως το δέρμα και τα περιφερικά νεύρα.
Ενώ ο ακριβής μηχανισμός μετάδοσης δεν είναι γνωστός, θεωρείται ότι ένα άτομο για να προσβληθεί θα πρέπει να είναι σε επαφή με ένα μολυσμένο άτομο για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ενώ η λέπρα είναι σπάνια σε προηγμένες κοινωνίες όπως αυτή των ΗΠΑ, η έρευνα δείχνει ότι η ασθένεια δεν μπορεί να αποκλειστεί εξ ολοκλήρου σε ορισμένες περιπτώσεις.

Στις περισσότερες σύγχρονες περιπτώσεις, τα άτομα που αναπτύσσουν λέπρα εχουν αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα , όπως ασθενείς με μεταμόσχευση ή εκείνοι που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα για άλλους λόγους.

Ωστόσο οι επιστήμονες εμφανίζονται καθησυχαστικοί :
«Η λέπρα δεν είναι εξαιρετικά μεταδοτική δεν μπορεί εύκολα να εξαπλωθεί και οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν ανοσία σε αυτήν «

Πηγή: ScienceDaily